
Η ονομασία της παραπέμπει σε …δράκουλα, αλλά η δρακουνκουλίαση ή νόσος του σκουληκιού της Γουινέας οφείλεται σε κάτι πολύ πιο πεζό όπως οι μολυσμένοι ψύλλοι νερού ή οι προνύμφες του σκουληκιού (της Γουϊνέας). Οι άνθρωποι μολύνονται πίνοντας μολυσμένο νερό και παρότι δεν κινδυνεύουν να πεθάνουν, η νόσος είναι επώδυνη αφού δημιουργείται στο σώμα τους μια φουσκάλα, συνήθως στα πόδια, από την οποία βγαίνει ένα ώριμο θηλυκό σκουλήκι.
της Αλεξίας Σβώλου
Μια και μπήκαμε στον τομέα των εξωτικών παρασιτικών νοσημάτων, που έχουν ταλαιπωρήσει για δεκαετίες τους πληθυσμούς των αναπτυσσόμενων χωρών, ας προχωρήσουμε με μια ακόμα που ακόμα και το όνομά της προκαλεί…ανατριχίλα. Πρόκειται για τη νόσο δρακουνκουλίαση, που ονομάζεται επίσης νόσος του σκουληκιού της Γουινέας, μια μολυσματική ασθένεια που οφείλεται στο Dracunculus medinensis. Ο άνθρωπος μολύνεται όταν πιει νερό που περιέχει ψύλλους νερού μολυσμένους από την προνύμφη ή τις προνύμφες του σκουληκιού της Γουινέας.
Είναι και αυτή σύμφωνα με τον ΠΟΥ μια νόσος που βαδίζει στον δρόμο της εξάλειψης, με μόλις 13 περιστατικά σε ανθρώπους να έχουν καταγραφεί το 2024 και αντιστοίχως 14 περιστατικά το 2023.
Η νόσος είναι αρκετά περίεργη καθώς ο κύκλος επώασης είναι μακρύς-μπορεί να ξεπεράσει και τον χρόνο. Από την ώρα της μόλυνσης απαιτούνται 10–14 μήνες προκειμένου σχηματιστεί από την προνύμφη και να βγει από το σώμα του ασθενή ένα ώριμο σκουλήκι. Η μόλυνση οφείλεται κατά κανόνα στην κατάποση μολυσμένου νερού, από πηγές ή ρυάκια σε περιοχές που ενδημούν οι ψύλλοι.
Η δρακουνκουλίαση στα μέσα του 1980 ήταν ενδημική σε 20 χώρες. Μπορεί να μην είναι θανατηφόρος άλλα έχει καταλυτική επίπτωση στην ποιότητα ζωής, καθώς σιγά-σιγά δημιουργείται μια επώδυνη φουσκάλα, από την οποία βγαίνει το σκουλήκι. Οι ασθενείς δεν μπορούν να περπατήσουν για εβδομάδες ή μήνες και φυσικά δεν μπορούν να εργαστούν καθώς μιλάμε για φτωχούς αγροτικούς πληθυσμούς.
Στα μέσα του 1980 καταγράφονταν σύμφωνα με τον ΠΟΥ περίπου 3,5 εκατ. περιστατικά δρακουνκουλίασης καταγράφονταν ετησίως σε 20 χώρες εκ των οποίων 17 στην Αφρική και 3 στην Ασία. Οι παρεμβάσεις που ακολούθησαν
Μείωσαν τα περιστατικά σε 10.000 το 2007, αργότερα κάτω από 542 το 2012 και σε 126 το 2014. Από το 2015, ο ετήσιος αριθμός των κρουσμάτων παραμένει διψήφιος φτάνοντας τα 13 το 2024. Σε 5 χώρες η νόσος παραμένει ενδημική: Την Αγκόλα, το Τσαντ την Αιθιοπία, το Μάλι και το νότιο Σουδάν. Η νόσος μπορεί να μεταδοθεί και σε ζώα, κυρίως κατοικίδια (γάτες και σκύλους) εκεί όπου είναι ενδημική –γεγονός που καθιστά λίγο πιο δύσκολα τα προγράμματα εξάλειψής της.





